Τετάρτη, 28 Αυγούστου 2013

Τσίμπημα φιδιού στον σκύλο ή την γάτα μας.

Τώρα το καλοκαίρι που τα φίδια εμφανίζονται στους αγρούς, υπάρχει πιθανότητα να τσιμπήσουν το αγαπημένο μας τετράποδο, όταν αυτό εξερευνά τη φύση, σκαλίζει το χώμα και παρενοχλεί τις φωλιές τους.
Κάθε χρόνο είναι αρκετά τα περιστατικά τσιμπήματος φιδιού σε σκύλο ή γάτα, που καταλήγουν στον κτηνίατρο, και καλό είναι να μάθουμε ποιες είναι οι σωστές κινήσεις που πρέπει να ακολουθήσουμε σε περίπτωση που αντιληφθούμε πως κάτι τσίμπησε το ζωάκι μας.

Εδώ στην Ελλάδα υπάρχουν 7 είδη δηλητηριωδών φιδιών, και το πιο επικίνδυνο από όλα είναι η οχιά. Το τσίμπημά της μπορούμε να το καταλάβουμε σχετικά εύκολα, καθώς αφήνει στο σημείο 2-3 χαρακτηριστικές τρυπούλες (εκτός και αν το φίδι είναι πολύ μικρό, οπότε οι τρυπούλες μπορεί να μην είναι εμφανείς).

Το πόσο επικίνδυνο είναι το τσίμπημα του φιδιού για το ζώο μας, εξαρτάται από πολλούς παράγοντες: 
από το είδος του φιδιού, το μέγεθός του, την ηλικία του, την εποχή, και από το πόσο διάστημα έχει περάσει από την τελευταία φορά που τσίμπησε κάτι άλλο και πόσο δηλητήριο κατάφερε να παράξει στο μεταξύ. Όλα αυτά καθορίζουν την ποσότητα και την ποιότητα του δηλητηρίου που έχει εισέλθει στον οργανισμό του ζώου μας.

Οι σκύλοι και οι γάτες, πιο συχνά δέχονται τσιμπήματα φιδιών στα πόδια και το πρόσωπο. Όταν το φίδι είναι δηλητηριώδες, την στιγμή του τσιμπήματος, το ζώο μας αισθάνεται έντονο πόνο, θα γρυλίσει και θα απομακρυνθεί απότομα με έντρομο ύφος. Το σημείο μετά από λίγα λεπτά θα κοκκινίσει, θα πρηστεί, και αν το δηλητήριο είναι όντως από οχιά και σε μεγάλη ποσότητα, τότε τα συμπτώματα θα είναι πιο βαριά. Θα μουδιάσει και θα παραλύσει το δαγκωμένο σημείο, ο σκύλος θα εμφανίσει ναυτία, εμετό και αδυναμία, θα μουδιάσει η γλώσσα και το στόμα του, και θα αναπτύξει πυρετό με ρίγη και μυϊκούς σπασμούς.

Σε οποιαδήποτε περίπτωση, με την πρώτη υποψία πως τσίμπησε το ζωάκι μας ένα φίδι, πρέπει να το μεταφέρουμε οπωσδήποτε στον κτηνίατρο.
Στο μεταξύ, το πρώτο πράγμα που θα κάνουμε, είναι να ακινητοποιήσουμε το ζώο μας. Όσο λιγότερη κίνηση κάνει το σώμα του, τόσο λιγότερο θα κυκλοφορήσει το δηλητήριο στον οργανισμό του και θα κερδίσουμε χρόνο.
Το να ρουφήξουμε το δηλητήριο με το στόμα μας, ή το να δέσουμε πολύ σφιχτά το άκρο για να μην προχωρήσει το δηλητήριο, είναι απλώς μύθοι, που κάνουν την κατάσταση πολύ χειρότερη, και καλό είναι να αποφεύγονται.
Το καλύτερο που μπορούμε να κάνουμε, είναι να πιέσουμε την περιοχή ώστε να βγει αρκετό αίμα, να ακινητοποιήσουμε το ζώο μας, και να το μεταφέρουμε αμέσως στον κτηνίατρο. 
Αν έχουμε χρόνο να παρατηρήσουμε το φίδι που τσίμπησε το ζώο μας (χρώμα, μήκος, σχέδια στην ράχη, χαρακτηριστικά του κεφαλιού), ή ακόμα και αν καταφέρουμε να το σκοτώσουμε και να το φέρουμε μαζί μας στον κτηνίατρο, θα τον βοηθήσει να καταλάβει πολύ πιο γρήγορα τι είδους φίδι τσίμπησε το ζώο μας, και ποια θα είναι η πιο αποτελεσματική αγωγή.

Ανάλογα με την σοβαρότητα της περίπτωσης θα ακολουθηθεί και η ανάλογη αγωγή.
Το σίγουρο είναι πως θα χορηγηθούν στο ζώο μας αντιβιοτικά, ηλεκτρολύτες και αντιτετανικός ορός, καθώς όλα τα φίδια μεταφέρουν μικρόβια, και άσχετα από το δηλητήριο είναι επικίνδυνα για οποιαδήποτε άλλη λοίμωξη.
Στην συνέχεια ο κτηνίατρος θα παρακολουθεί στενά το ζώο μας για ένα 24ωρο.
Το αν θα χορηγηθεί ο αντιοφικός ορός ή όχι, θα αποφασιστεί αποκλειστικά και μόνο από τον κτηνίατρο, και αφού έχουν περάσει πρώτα 2-3 ώρες από το τσίμπημα. Γενικά έχει αποδειχθεί πως ο αντιοφικός ορός είναι σχετικά αναποτελεσματικός, καθώς με τις καλοκαιρινές θερμοκρασίες αλλοιώνεται πολύ γρήγορα και χαλάει, και επίσης προκαλεί πολύ συχνά στα ζώα αλλεργικό σοκ. Γι' αυτό και οι κτηνίατροι τον χορηγούν πλέον μόνο σε ειδικές περιπτώσεις και πάντα ενδοφλέβια.
Στις πιο σοβαρές περιπτώσεις, θα χρειαστεί και μετάγγιση αίματος για να θεραπευτεί πλήρως το ζώο μας.

Γενικά θα πρέπει να γνωρίζουμε πως το τσίμπημα φιδιού δεν είναι κάτι απλό, καθώς αρκετά περιστατικά καταλήγουν σε θάνατο για το κατοικίδιό μας, αν δεν αντιμετωπιστούν σωστά και έγκαιρα.
Θα πρέπει πάντα να μεταφέρουμε το ζωάκι μας στον κτηνίατρο άμεσα, και εκείνος να αποφασίζει ποια είναι η πιο αποτελεσματική αντιμετώπιση του τσιμπήματος.